Παρασκευή 5 Ιουνίου 2026

8. Μορφές Κοινωνικών Συνεταιρισμών και εφαρμογή τους στην Ελλάδα





Σε αντίθεση με τους παραδοσιακούς συνεταιρισμούς που εξυπηρετούν τα συμφέροντα των μελών τους, οι κοινωνικοί συνεταιρισμοί έχουν ως επίκεντρο το γενικό συμφέρον της κοινότητας. Αν μπορούσαμε να θέσουμε κριτήρια ίσως ήταν τα παρακάτω:


Νομικό Πλαίσιο: Ίσως το σημαντικότερο κριτήριο που τους ξεχωρίζει απο τους παραδοσιακούς συνεταιρισμούς.
Στην Ελλάδα υπάρχουν δυο μορφές κοινωνικών συνεταιρισμών με βάση τη νομοθεσία:

1. Κοινωνικοί Συνεταιρισμοί Περιορισμένης Ευθύνης (Κοι.Σ.Π.Ε.)
Νομική Βάση: Ιδρύθηκαν με τον Νόμο 2716/1999 και εντάσσονται στο Εθνικό Σύστημα Ψυχικής Υγείας .
Σκοπός: Η κοινωνική και οικονομική ενσωμάτωση και επαγγελματική ένταξη ατόμων με σοβαρά ψυχοκοινωνικά προβλήματα. Συμβάλλουν στη θεραπεία και την οικονομική τους αυτάρκεια .
Σύνθεση Μελών: Εδώ έχουμε μια πολύ συγκεκριμένη σύνθεση:
Α΄ κατηγορία: Άτομα με ψυχικές διαταραχές (τουλάχιστον 35% των μελών) .
Β΄ κατηγορία: Επαγγελματίες ψυχικής υγείας (έως 45%) .
Γ΄ κατηγορία: Φορείς όπως δήμοι, νοσοκομεία ή άλλα νομικά πρόσωπα (έως 20%) .
Εποπτεία: Υπάγονται στην εποπτεία του Υπουργείου Υγείας

2. Κοινωνικές Συνεταιριστικές Επιχειρήσεις (ΚοινΣΕπ)
Νομική Βάση: Θεσπίστηκαν με τον Νόμο 4430/2016 (ο οποίος αντικατέστησε προγενέστερο πλαίσιο του 2011) για την Κοινωνική και Αλληλέγγυα Οικονομία και ο οποίος αναθεωρήθηκε με τον Ν.4972/2022.
Σκοπός: Η συλλογική και κοινωνική ωφέλεια. Εστιάζουν στην κοινωνική καινοτομία, την προστασία του περιβάλλονντος, την τοπική ανάπτυξη και την κοινωνική ένταξη ευάλωτων ομάδων .
Σύνθεση Μελών: Η συμμετοχή είναι πιο ανοιχτή σε πολίτες που επιθυμούν να δραστηριοποιηθούν στον χώρο της κοινωνικής οικονομίας

Αποστολή και Σκοπός: Το πιο διακριτό χαρακτηριστικό είναι η ύπαρξη ρητής αποστολής γενικού συμφέροντος. Δεν αρκεί απλώς η τήρηση των συνεταιριστικών αρχών, αλλά ο πρωταρχικός σκοπός είναι η παραγωγή αγαθών ή υπηρεσιών που εξυπηρετούν την κοινότητα ή ευάλωτες ομάδες.

Σύνθεση και Ρόλος των Μελών:
  
Ένα σημαντικό κριτήριο είναι το ποιος συμμετέχει και με ποιο ρόλο.
Υπάρχουν συνεταιρισμοί:

Ένταξης (WISE): Όπως οι Κοι.Σ.Π.Ε., όπου τα μέλη ανήκουν σε ευάλωτες ομάδες και ο συνεταιρισμός στοχεύει στην ενσωμάτωσή τους .


Παραγωγών ή Καταναλωτών: Εστιάζουν στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων των μελών τους (π.χ. αγρότες, τεχνίτες) .


Πολλαπλών Συμμετοχών (multi-stakeholder): Όπου συμμετέχουν ισότιμα διαφορετικές κατηγορίες μελών (π.χ. παραγωγοί, εργαζόμενοι, καταναλωτές, εθελοντές) για την επίτευξη ενός κοινού σκοπού

Πως μπορεί όμως ο Δήμος και γενικά η τοπική αυτοδιοίκηση να εμπλακεί με τους κοινωνικούς συνεταιρισμούς;
Σύμφωνα λοιπόν με το νομικό πλαίσιο οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης μπορούν να:
* Συνάπτουν προγραμματικές συμβάσεις με ΚοινΣΕπ
* Παραχωρούν χρήση δημόσιας περιουσίας
* Αναθέτουν υπηρεσίες κοινής ωφέλειας με απ’ευθείας ανάθεση (υπό όρους)
* Συμμετέχουν ως μέλη σε Συνεταιριστικές επιχειρήσεις Συλλογικής και Κοινωνικής Ωφέλειας.

Πως λειτουργεί στη πράξη μια τέτοια συνεργασία;

Κανονικά ο φορέας της αυτοδιοίκησης δεν παίρνει μερίδιο κέρδους (η συμμετοχή του είναι θεσμική/υποστηρικτική). Αν όμως ο ΟΤΑ είναι μέλος μιας ΚοινΣΕπ μπορεί να συμμετέχει στο πλεόνασμα αναλογικά με τις μερίδες του (θα δούμε τι είναι αυτό παρακάτω)
Σημαντικό είναιεπίσης πως το πλεόνασμα της ΚοινΣΕπ διατίθεται σε ποσοστό μεγαλύτερο του 35% (>35%) για αποθεματικό, δηλαδή για επανεπένδυση στη ΚοινΣΕπ και το υπόλοιπο μοιράζεται σε μέλη και διατίθεται σε κοινωνικούς σκοπούς (είναι απαίτηση του νόμου).

Τι προσφέρουν συνήθως οι ΟΤΑ;
1. Υλικοί πόροι: Χώροι,οχήματα, εξοπλισμό, παραχωρήσεις χρήσης (δεν επιτρέπεται ιδιοκτησία στις ΚοινΣΕπ)
2. Εγγυημένη αγορά: ο Δήμος γίνεται ο πρώτος “πελάτης” μιας υπηρεσίας συνήθως
3. Θεσμική κάλυψη: Βοήθεια με αδειοδοτήσεις, γραφειοκρατία, νομικές διαδικασίες.
4. Χρηματοδότηση εκκίνησης: Συχνά μέσω ΕΣΠΑ ή δημοτικού προϋπολογισμού και τα πρώτα 1-2 χρόνια.
5. Δίκτυα και προβολή: Προώθηση μέσω δημοτικών καναλιών επικοινωνίας.

Υπάρχουν όμως και προκλήσεις. Τέτοια αδύναμα σημεία αποτελούν:

* Πολιτική εξάρτηση: Η συνεργασία εξαρτάται από τη βούληση της εκάστοτε δημοτικής αρχής και κατά πόσο πιστεύει ή δεν νοθεύει τέτοια εγχειρήματα.
* Γραφειοκρατία: Οι προγραμματικές συμβάσεις είναι χρονοβόρες
* Ασάφεια πολλές φορές στον διαχωρισμό ρόλων.
* Βιωσιμότητα μετά την αρχική χρηματοδότηση: Πολλές ΚοινΣΕπ δυσκολεύονται όταν σταματήσει η δημόσια στήριξη.


Αν καταφέρατε να διαβάσετε όλα τα παραπάνω που γράφτηκαν όσο πιο συμπτυγμένα γίνεται ας περάσουμε τώρα σε πιο ουσιαστικές και πρακτικές πληροφορίες:
Που πρέπει να απευθυνθεί κάποιος ώστε να ξεκινήσει μια ΚοινΣΕπ;
Υπάρχει κάποιος κεντρικός συντονισμός για τις ΚοινΣΕπ; Ποιες είναι οι βασικές προϋποθέσεις δημιουργίας μιας ΚοινΣΕπ;

Ας καλύψουμε κι αυτά τα πιθανά ερωτήματα όσο πιο σύντομα γίνεται:

Αρμόδια υπηρεσία για την εγγραφή, είναι το τμήμα Μητρώου Φορέων Κοινωνικής και Αλληλέγγυας Οικονομίας της Διεύθυνσης Κοινωνικής και Αλληλέγγυας Οικονομίας του Υπουργείου Εργασίας και κοινωνικών υποθέσεων. Απο την ημερομηνίας έκδοσης της βεβαίωσης εγγραφής, η ΚοινΣΕπ αποκτά νομική προσωπικότητα και εμπορική ιδιότητα.
Η Ψηφιακή Πύλη υποβολής είναι η kalo.yeka.gr (χρειάζεστε κωδικούς taxisNet), ενώ μπορείτε να αναζητήσετε το Μητρώο ΚοινΣΕπ και μέσω του Gov.gr.
Εκτός απο το υπουργείο, υπάρχουν και δίκτυα υποστήριξης η πλατφόρμα koinsep.org που λειτουργεί απο το 2012 και έχει βοηθήσει στη δημιουργία άνω των 750 ΚοινΣΕπ.
Επίσης η Πανελλήνια Ένωση Φορέων Κ.ΑΛ.Ο προσφέρει εκπροσώπηση, συμβουλευτικές υπηρεσίες και υποστήριξη ίδρυσης.

Τα 5 Βήματα ίδρυσης:
Η διαδικασία ίδρισης περιλάμβάνει 5 βήματα:
1. Σύνταξη καταστατικού
2. Συγκέντρωση δικαιολογητικών
3. Υποβολή ηλεκτρονικής αίτησης εγγραφής στο Μητρώο Κοινωνικής Επιχειρηματικότητας (ΜΚΕ)
4. Υποβολή καταστατικού σε φυσική μορφή στο Τμήμα Μητρώου και
5. Υποβολή ηλεκτρονικής αίτησης πρόσθετων στοιχείων.

* Απαιτούνται τουλάχιστον 5 μέλη για ΚοινΣΕπ συλλογικού σκοπού ή κοινωνικής φροντίδας. Τα μέλη μπορεί να είναι φυσικά ή νομικά πρόσωπα, αλλά τα νομικά πρόσωπα δεν μπορούν αν υπερβαίνουν το 1/3 του συνόλου.
* Κανένα μέλος δεν διαθέτει περισσότερο απο μια ψήφο, ανεξάρτητα απο το κεφάλαιο που βάζει.
* Διανομή κερδών: Τουλάχιστον 65% επανεπένδυση στην επιχείρηση ή στις κοινωνικές δράσεις της. Καταβολή συνεταιριστικής μερίδας μία υποχρεωτική και έως 4 προαιρετικές.
* Φορολογία κερδών 22% (όπως οι περισσότερες επιχειρήσεις). Τα κέρδη δεν διανέμονται στα μέλη, εκτός αν είναι ΚΑΙ εργαζόμενοι στη ΚοινΣΕπ.
Υποχρεώσεις λειτουργίας:

* Υποχρεωτιλή τήρηση διπλογραφικών βιβλίων και ετήσια υποβολή απολογισμού δράσης στο ειδικό μητρώο
* Εντός 30 ημερών απο την εγγραφή, υποβολή βεβαίωσης έναρξης στη ΔΟΥ και ετήσιου προγράμματος δραστηριοτήτων.
* Ο εκπρόσωπος πρέπει να διαθέτει κωδικούς TaxisNet για την είσοδο στη πλατφόρμα kalo.yeka.gr

Και για το τέλος ας εξηγήσουμε συνοπτικά τι είναι αυτές οι “Συνεταιριστικές Μερίδες” (δεν περιλαμβάνουν σίγουρα τηγανιτές πατάτες!)

Είναι κατα κάποιο τρόπο το “εισιτήριο εισόδου” σε μια ΚοινΣΕπ και ταυτόχρονα είναι η μονάδα μέτρησης της συμμετοχής του κάθε μέλους στο κεφάλαιό της.
Η Βασική λογική η οποία διαφέρει απο τις Ανώνυμες Εταιρείες είναι η εξής:
Σε μια ΑΕ έχεις μετοχές. Όσες περισσότερες μετοχές έχεις, τόσες περισσότερες ψήφους δικαιούσαι στις αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου, άρα τόσο μεγαλύτερη εξουσία διαθέτεις, επειδή έβαλες περισσότερα χρήματα.
Στη ΚοινΣΕπ έχεις μερίδες, αλλά η ψήφος παραμένει 1 ανα μέλος, ανεξάρτητα απο πόσες μερίδες κατέχεις. Αυτή είναι η θεμελιώδης διαφορά!
Τα είδη των μερίδων είναι δύο:

1. Υποχρεωτική Συνεταιριστική Μερίδα:
* Την καταβάλει κάθε μέλος κατά την είσοδό του
* Το ύψος της ορίζεται απο το καταστατικό (συνήθως απο 100€ έως 3,000€)
* Χωρίς αυτή δεν γίνεσαι μέλος.
* Επιστρέφεται αν αποχωρήσεις (υπο όρους)

2. Προαιρετικές Συνεταιριστικές μερίδες

*Κάθε μέλος μπορεί να αγοράσει έως 4 επιπλέον μερίδες.
* Ενισχύουν το κεφάλαιο της ΚοινΣΕπ.
* Δεν δίνουν επιπλέον ψήφο. Δίνουν όμως μεγαλύτερο οικονομικό μερίδιο στα πλεονάσματα.

Ας δούμε ένα παράδειγμα στη πράξη:

Πίνακας Μελών και Μερίδων
ΜΕΛΟΣ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ
ΜΕΡΙΔΑ
ΠΡΟΑΙΡΕΤΙΚΗ
ΜΕΡΙΔΑ
ΣΥΝΟΛΙΚΟ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΨΗΦΟΙ
Α 1 (500€) 4 (2.000€) 2.500€ 1
Β 1 (500€) 2 (1.000€) 1.500€ 1
Γ 1 (500€) 0 500€ 1
Δ 1 (500€) 1 (500€) 1.000€ 1
Ε 1 (500€) 0 500€ 1
ΣΥΝΟΛΟ 5 (2.500€) 7 (3.500€) 6.000€ 5


Σχέση Μεριδων με Κέρδη
Αν υπάρξουν πλεονάσματα προς διανομή (το 35% που επιτρέπεται), μοιράζονται ανάλογα με τον αριθμό μερίδων που κατέχει κάθε μέλος- οπότε εδώ η επιπλέον επένδυση αποδίδει οικονομικά, χωρίς όμως να αλλάζει την εξουσία λήψης αποφάσεων)
Τι γίνεται με τις μερίδες αν φύγεις;
Επιστρέφονται μετά απο την παρέλευση χρόνου που ορίζει το καταστατικό (συνήθως 1-2 χρόνια), εφόσον η ΚοινΣΕπ δεν έχει χρέη που να δεσμεύουν τις μερίδες. Οι μερίδες δεν μεταβιβάζονται σε τρίτους ελεύθερα. Αυτό διατηρεί τον συνεταιριστικό χαρακτήρα.

Στο επόμενο άρθρο θα κάνουμε μια υπόθεση εργασίας, για το πως θα μπορούσε ο Δήμος και ευρύτερα οι ΟΤΑ, να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις δημιουργίας ΚοινΣΕπ και πως αυτό θα μπορούσε να δημιουργήσει ένα οικοσύστημα συνεταιριστικής επιχειρηματικότητας που θα έβαζε τα θεμέλια μιας διαφορετικού τύπου οικονομικής μεγέθυνσης, τις δυνατότητες που ανοίγονται και την άμεση κοινωνική ωφέλεια απο την δύναμη της συνεργασίας σε αντίθεση με την φθορά μιας φιλοσοφίας ανταγωνισμού (που όσο και να ευχόμαστε να είναι υγιής, δεν μπορεί να είναι ποτέ στη πράξη)






Σάββατο 7 Μαρτίου 2026

7. Η ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ ΩΣ ΤΟΠΙΚΟΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ





Το 1995 η Διεθνής Συνεταιριστική Ένωση στη τρίτη και τελευταία μέχρι σήμερα συνάντηση στο Μάντσεστερ όρισε τις βασικές αρχές της συνεταιριστικής επιχείρησης, καθορίζοντας κι ένα πλαίσιο δια-συνεταιριστικής συνεργασίας. Οι βασικές αυτές αρχές είναι οι εξής:



1. Εθελοντική και ελεύθερη προσχώρηση
2. Δημοκρατικός έλεγχος από τα μέλη
3. Οικονομική συμμετοχή των μελλών
4. Αυτονομία και ανεξαρτησία
5. Εκπαίδευση, κατάρτιση και πληροφόρηση
6. Συνεργασία μεταξύ των συνεταιρισμών
7. Μέριμνα για την κοινότητα

Οι συνεταιρισμοί σήμερα αποτελούν μια βιώσιμη λύση για την αντιμετώπιση της φτώχειας. Σε ένα περιβάλλον που οι πολίτες όλο και περισσότερο αντιλαμβάνονται ότι η οικονομική μεγέθυνση δεν συμβαδίζει πάντοτε με την αναβάθμιση της ποιότητας ζωής, αφού μπορεί να έχουμε ακόμα και υπερανάπτυξη αλλά διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων και τότε οι συνεταιρισμοί παίζουν έναν καθοριστικό ρόλο οικονομικής επιβίωσης. Σήμερα υπάρχουν περιοχές που μετά από μια βίαιη εκβιομηχάνιση οι κάτοικοι μπορεί να οδηγούνται στην ανεργία και την μετανάστευση.
Η Διεθνής Συμμαχία για τους Συνεταιρισμούς (I.C.A.-International Cooperative Alliance) κάθε χρόνο δημοσιεύει μια αναφορά με την εξέλιξη του συνεταιριστικού κινήματος παγκόσμια και οι αριθμοί αποτυπώνουν τον καθοριστικό τους ρόλο στην απασχόληση και την άμυνα κατά της φτώχειας.
*Παγκόσμια περισσότεροι από ένα δισεκατομμύριο άνθρωποι είναι μέλη συνεταιρισμών.
* Παρέχουν 100 εκατομμύρια θέσεις εργασίας, 20% περισσότερες από ότι οι πολυεθνικές επιχειρήσεις.
* Σε θεωρητικά πλούσια κράτη όπως η Γερμανία και οι ΗΠΑ, ένας στους τέσσερις εργαζόμενους είναι μέλος κοινωνικού συνεταιρισμού. Στον Καναδά ο αριθμός αυτός είναι 4 στους 10.
* Ο Καναδικός συνεταιρισμός ζάχαρης παράγει το 35% της παγκόσμιας παραγωγής ζάχαρης και σφενδάμου.
*Στην Πολωνία, οι κοινωνικοί συνεταιρισμοί γαλακτομικών προϊόντων, συμβάλουν σε ποσοστό 75% της εθνικής παραγωγής τους.

Θα μπορούσαμε να επεκτείνουμε πολύ αυτόν τον κατάλογο ειδικά αν συμπεριλάβουμε χώρες όπως η Κίνα και η Ινδία ή χώρες της Λατινικής Αμερικής που είναι πολύ ανεπτυγμένο το φαινόμενο (στη Κολομβία για παράδειγμα οι 8.124 κοινωνικοί συνεταιρισμοί συντελούν στο 4,96% του ΑΕΠ).

Στην Ελλάδα οι κοινωνικοί συνεταιρισμοί γνώρισαν μια μικρή έξαρση μετά τη κρίση του 2010, αλλά ατόνησαν, ενώ έχουν να αντιμετωπίσουν έναν νομικό πληθωρισμό (είναι νομικός όρος, ο οποίος αναφέρεται σε κατακερματισμένη και αντιφατική νομοθεσία, η οποία τελικά περιπλέκει την λειτουργία τους), καθώς επίσης και τις πολιτικές αντιλήψεις που είτε τους βλέπουν σαν υποκατάστατο των κρατικών υποχρεώσεων (κομμάτια της αριστεράς κυρίως), είτε ως εργαλείο κεφαλαιοκρατικής ανάπτυξης (δεξιά κόμματα συνήθως), που λειτουργούν ως ρεζέρβες των καπιταλιστικών επιχειρήσεων για φοροαπαλλαγές και ευρωπαϊκές επιδοτήσεις. Γενικά παρουσιάζονται κάτι σαν ΜΚΟ.

Στον Ευρωπαϊκό χώρο οι κοινωνικοί συνεταιρισμοί οργανώνονται μέσα από το δίκτυο REVES. Είναι ο μοναδικός δίαυλος συνεργασίας για να αναπτυχθούν σταθερές συνεργασίες και πρότυπα πολιτικών ώστε να υπάρχει μια βιώσιμη τοπική ανάπτυξη. Το δίκτυο REVES ιδρύθηκε το 1997 στη Γένοβα ως διεθνής μη κερδοσκοπικός οργανισμός και έχει ως στόχο να ανταλλάσουν τεχνογνωσία τα μέλη-συνεταιρισμοί προκειμένου να εφαρμόζονται πολιτικές τοπικής ανάπτυξης. Μάλιστα προσπαθεί να επεκταθεί προς τη Μεσόγειο μέσω της δημιουργίας εθνικών δικτύων με τοπικές και περιφερειακές αρχές, κοινωνικές οργανώσεις και συνεταιριστικές κοινωνικές επιχειρήσεις . Τα μέλη του REVES υπογράφουν μια διακήρυξη αρχών όπως αναφέρονται στον καταστατικό χάρτη του δικτύου.
(Περισσότερες πληροφορίες εδω: https://www.revesnetwork.eu)



Σε αυτό το σημείο λοιπόν έρχεται η σημασία της τοπικής αυτοδιοίκησης και η κρατική μέριμνα για την ανάπτυξη των κοινωνικών συνεταιρισμών. Εφόσον όπως είδαμε η κουλτούρα της συνεργασίας δεν είναι ανεπτυγμένη, θα πρέπει με κάποιο τρόπο να καλλιεργηθεί. Οι Δήμοι έχουν να παίξουν έναν καίριο ρόλο σε αυτό το κομμάτι, μιας και μπορούν να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις συνεργασίας και δημιουργίας κοινωνικών συνεταιρισμών με τους ίδιους μέλη των συνεταιρισμών. Η μορφή των Κοινωνικών Συνεταιριστικών Επιχειρήσεων (ΚΟΙΝΣΕΠ), επιτρέπει σε Δήμους και εταιρείες να συμμετέχουν με εκπροσώπους ως μέλη τους, αλλά με μια μόνο ψήφο. Από τέτοιες συνεργασίες μπορούν να βγουν ωφελημένοι τόσο οι Δήμοι (θεσμικά ως οργανισμοί), όσο και οι πολίτες με ποιοτικές θέσεις εργασίας που προσφέρουν προοπτικές καριέρας. Οι Δήμοι αυτό που πρέπει να παρέχουν είναι υποδομές κυρίως για την λειτουργία των ΚΟΙΝΣΕΠ με αντάλλαγμα μέρος των κερδών του συνεταιρισμού, σε μια συμφωνία Win-Win. Το κράτος πρέπει από την πλευρά του να θεσμοθετήσει τον συντονισμό των ΚΟΙΝΣΕΠ μέσα από έναν ανεξάρτητο φορέα, το οποίο θα επιβλέπει, θα καταγράφει, θα συντονίζει το δίκτυο, αλλά κυρίως θα συμβουλεύει. Με μια τόσο δαιδαλώδη νομοθεσία γύρω από την κοινωνική οικονομία και τις μορφές της, την οποία δεν μπορούν να παρακολουθήσουν λογιστές ή νομικοί, μιας και χρειάζεται εξειδίκευση και εφόσον δεν υπάρχει ζήτηση για δημιουργία κοινωνικών συνεταιρισμών, λογικό είναι πως δεν υπάρχει και εξειδικευμένη συμβουλευτική.
Επίσης η απλοποίηση αυτής της νομοθεσίας και θεσμοθέτηση πρωτόκολλων συνεργασίας με την αυτοδιοίκηση θα στήσει ένα στέρεο έδαφος για την ανάπτυξή τους και την αναγνώρισή τους.
Σε επόμενο κεφάλαιο θα ασχοληθούμε επιγραμματικά με τις μορφές των κοινωνικών συνεταιρισμών , θα δούμε κάποια παραδείγματα κοινωνικών συνεταιρισμών και θα τα φέρουμε στα μέτρα της Καστοριάς.

Παρασκευή 2 Ιουνίου 2023

6. ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ. ΜΙΑ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΠΑΝΔΗΜΙΑ

Στα προηγούμενα άρθρα μέχρι στιγμής διαπιστώσαμε την αδυναμία τόσο της σφαίρας των αγορών, όσο και της σφαίρας του κράτους να δημιουργήσουν  ποιοτικές θέσεις εργασίας, που να προωθούν την εξέλιξη και την καινοτομία. Είδαμε ότι σε ένα πλαίσιο αχαλίνωτου καπιταλισμού έχει ουσιαστικά μετατραπεί ακόμα και η ιδέα, δηλαδή η καινοτομία, σε εμπόρευμα, με αποτέλεσμα να περιορίζεται η δημιουργικότητα και η εξέλιξη. Έτσι η εκπαιδευτική διαδικασία παύει να εξυπηρετεί τη γνώση και υπηρετεί τις αγορές, με τις οποίες φιλοδοξεί να συνδεθεί βολικά.  Περιγράψαμε συγκεκριμένα την έννοια της υπεραξίας και διαπιστώσαμε ότι μπορεί να παραχθεί μόνο με εκμετάλλευση της εργασίας κάποιου από κάποιον άλλον που θα ωφεληθεί σε βάρος του πρώτου. Τέλος ψηλαφίσαμε τις ρίζες των πολιτικών ιδεολογιών, που η αντανάκλασή τους εμπεριέχεται στους σύγχρονους κομματικούς οργανισμούς.

Το ερώτημα που τίθεται λοιπόν σε αυτή τη πραγματικότητα, είναι αν υπάρχει άραγε κάποιος τρόπος ο οποίος να δημιουργεί νέες θέσεις εργασίας, οι οποίες μάλιστα θα δίνουν κίνητρα στους εργαζομένους να καινοτομήσουν, να μοιραστούν τις ιδέες τους ελεύθερα, να δημιουργούν συνθήκες ενδιαφέρουσας μάθησης μέσα από την ίδια την εργασία -η οποία φυσικά θα συνδέεται άμεσα με την παραγωγή-, θα έχει δημοκρατικότερες συνθήκες διοίκησης, διαφάνεια στον οικονομικό έλεγχο και κυρίως θα περιορίζει την εκμετάλλευση. Επομένως θα πρέπει η υπεραξία που παράγεται να μην σφετερίζεται από κάποιον εργοδότη, αλλά εργοδότης να είναι η ίδια η κοινότητα που παράγει κάτι και η παραγωγή να επιστρέφει προς κατανάλωση στον ίδιο τον εργαζόμενο.

Η απάντηση στο ερώτημα αυτό, είναι καταφατική υπό προϋποθέσεις. Και η απάντηση είναι ο συνεταιρισμός.
Η προϋπόθεση είναι να δημιουργηθεί μια κουλτούρα συνεργασίας σε έναν κόσμο που μας μαθαίνει να είμαστε ανταγωνιστικοί από τα γεννοφάσκια μας.
Τα προτερήματα είναι σαφή: Οι αποφάσεις παίρνονται συλλογικά. Οι διαχειριστές εκλέγονται από τους ίδιους τους εργαζόμενους-μέλη του συνεταιρισμού, άρα λειτουργούν με δημοκρατικότερη φιλοσοφία σε σχέση με μια κλασική επιχείρηση. Το κεφάλαιο λειτουργίας μοιράζεται σε πολλά άτομα. Επίσης τα οικονομικά στοιχεία είναι προσβάσιμα σε όλα τα μέλη του συνεταιρισμού, τα οποία έχουν λόγο στο τρόπο διαχείρισής τους.
Δυστυχώς οι συνεταιρισμοί στη χώρα μας, έχουν μια κακή προϊστορία, η οποία οφείλετε σε περιπτώσεις κακοδιαχείρισης των χρημάτων, κομματικών παρεμβάσεων στη λειτουργία τους, θεσμικών κανόνων που τους κάνουν ανελαστικούς, υπονόμευσής τους από τα ίδια τα μέλη που σκέφτονται εγωιστικά ή τους χρησιμοποιούν για προσωπικά μόνο οφέλη και  φυσικά το ότι λειτουργούν σε ένα ανταγωνιστικό παγκόσμιο περιβάλλον και κινδυνεύουν αν πετύχουν, είτε να εξαγοραστούν από βασικούς παίχτες του καπιταλισμού, είτε να διασπαστούν από τέτοιες ανταγωνιστικές δυνάμεις. Και ο τελευταίος είναι και ο μεγαλύτερος κίνδυνος.

Οπότε οι συνεταιρισμοί θα πρέπει να γίνουν περισσότερο ευέλικτοι.
Και τέτοιες προσπάθειες ευελιξίας έχουν γίνει ήδη. Στη χώρα μας έχουν έρθει με τη μορφή των ΚΟΙΝ.Σ.ΕΠ (Κοινωνικές Συνεταιριστικές Επιχειρήσεις).
Οι προσπάθειες όμως αυτές, που θεσμοθετήθηκαν εν μέσω οικονομικής κρίσης, δυστυχώς απέτυχαν.
Και απέτυχαν ίσως γιατί αφέθηκαν ρομαντικά στην ιδέα ότι οι άνθρωποι σε περιόδους οικονομικής κρίσης αυτόματα γίνονται πιο αλληλέγγυοι, ενώ θα έπρεπε να υπήρχε μεγαλύτερη ενημέρωση για τα οφέλη τους και καλύτερη θεσμική θωράκιση, ώστε να ανταπεξέλθουν στο ανταγωνιστικό περιβάλλον.
Στα επόμενα κεφάλαια λοιπόν, θα ασχοληθούμε εκτενέστερα τόσο με τα προσωπικά και κοινωνικά οφέλη τέτοιων συνεταιριστικών επιχειρήσεων, όσο και με τα λάθη και τα εμπόδια που εγείρονται στην δημιουργία και τη λειτουργία τους. Θα διερευνήσουμε τις τάσεις που υπάρχουν διεθνώς σε αυτόν τον τομέα και τη θέση της χώρας μας μέσα στο συνεταιριστικό οικοσύστημα.
Ειδικά μετά την πανδημία και με μια νέα και χειρότερη οικονομική κρίση να προοιωνίζεται, οι συνεταιριστικές κοινωνικές επιχειρήσεις θα είναι όχι απλός ένα αποκούμπι επιβίωσης, αλλά μια μοναδική ευκαιρία για  μια νέα κουλτούρα εργασιακών σχέσεων και όχι μόνο οικονομικής, αλλά και κοινωνικής ανάπτυξης, με ευεργετήματα στη ποιότητα της παραγωγής, την διάχυσης της καινοτομίας, του σεβασμού στο φυσικό περιβάλλον, την ενδυνάμωση της τοπικής κοινότητας και των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της και τελικά της ίδιας της δημοκρατίας και της φιλοσοφίας της, που εμπεριέχει τα ψήγματα μιας νέας και εξελιγμένης πολιτικής ιδεολογίας.


Δευτέρα 8 Μαΐου 2023

5. ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΜΕΓΑΛΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΙΔΕΟΛΟΓΙΕΣ

 Υπάρχει μια διάχυτη άποψη για το τέλος των ιδεολογιών. Ότι τελικά "ίδιοι είναι όλοι" και πως τα κόμματα δεν έχουν ουσιαστικές διαφορές. Μια τέτοια άποψη εκτός από απαισιόδοξη, είναι εντελώς ανιστόρητη και το σημαντικότερο επικίνδυνη και απαξιωτική για τη λειτουργία της Δημοκρατίας. Οποιασδήποτε μορφής Δημοκρατίας.

Εδώ θα ερευνήσουμε τις ιδεολογικές ρίζες, οι οποίες διαμορφώνουν  τα σύγχρονα πολιτικά προτάγματα και οργανώνουν του κομματικούς οργανισμούς. Όμως πέρα από τις κομματικές προτιμήσεις οι ρίζες των ιδεολογιών θα μας αποκαλύψουν και προτάσεις για πολιτικές που ενδεχομένως ξεφεύγουν απο τα στενά πλαίσια της λειτουργίας των κομμάτων.

Η πρώτη πολιτική φιλοσοφία πηγάζει από τον φιλόσοφο
Thomas Hobbes, που έζησε στις αρχές του 17ου αιώνα (1588-1679). Το σημαντικότερο έργο του είναι ο "Λεβιάθαν" (Leviathan or the Matter, Form and Power of a Comonwealth Ecclesiastical and Civil). Η εποχή του ήταν μια αιματηρή εποχή που όλοι πολεμούσαν με όλους. Η Ευρώπη είχε ακόμα δουκάτα, τα οποία συνασπίζονταν σε μεγαλύτερα βασίλεια και είχε αρχίσει να προσχηματίζεται ο θεσμός του κυρίαρχου κράτους. Ο Hobbes ξεκινάει με την υπόθεση του πως λειτουργούσε ο κόσμος δίχως τον θεσμό του κυρίαρχου κράτους. Σε μια τέτοια κατάσταση ισχυρίζεται ότι όλοι πολεμάνε με όλους. Αυτή τη κατάσταση την ονομάζει "Φυσική κατάσταση" (State of nature). Για να ξεφύγουν οι άνθρωποι από αυτήν την κατάσταση  αγριότητας, θα έπρεπε να μετατραπεί ο φόβος που έχουν ο ένας για τον άλλο σε ένα κλίμα συνεργασίας, που επισφραγίζεται με ένα συμβόλαιο μεταξύ τους που θα τους παρέχει ασφάλεια έναντι των εχθρών τους.
Ο φόβος του θανάτου λοιπόν εγείρει την ανάγκη για συνεννόηση και συνεργασία.
Όμως οι άνθρωποι για τον
Hobbes δεν έχουν αγαθή φύση. Είναι ιδιοτελείς και νοιάζονται μόνο για το προσωπικό τους συμφέρον. Έτσι εφευρίσκει τον Λεβιάθαν. Το Κράτος. Το οποίο έχει την εξουσία στο μονοπώλιο της βίας με τον στρατό και την αστυνομία. Άσχετα αν πρόκειται για κοινοβουλευτική δημοκρατία ή για μοναρχία. Το μονοπώλιο της βίας χρησιμοποιείται αποκλειστικά για την επιβολή της κοινωνικής ειρήνης και την προστασία από εσωτερικούς και εξωτερικούς εχθρούς. Όμως θα πρέπει το κράτος να προστατεύεται και από τον ίδιο τον Λεβιάθαν. Το κράτος να αυτοπεριορίζει την εξουσία του ίδιου του κράτους. Από εδώ απορρέει η θέσπιση βασικών κανόνων, ενός νομικού πλαισίου δηλαδή, που αποτελεί το Σύνταγμα. Όμως η δημιουργία του κράτους συνοδεύεται και πάλι από μια ανασφάλεια. Η ασφάλεια του ενός κράτους αποτελεί ανασφάλεια για κάποιο άλλο. Έτσι τα κράτη αρχίζουν να κάνουν αμοιβαίες επωφελείς συμφωνίες μεταξύ τους, οι οποίες ρυθμίζουν το δίκαιο διεθνώς. Είναι οι βάσεις του Διεθνούς Δικαίου και η πολιτική φιλοσοφία του Ρεαλισμού

Η εποχή του
Hobbes, είναι σε μεγάλο βαθμό ακόμα μια φεουδαρχική εποχή. Στις παρυφές των επικρατειών των βασιλιάδων, δρουν μικροέμποροι που μεταφέρουν την πραμάτεια τους από περιοχή σε περιοχή, να την πουλήσουν για επιβίωση. Μάλιστα οι έμποροι αυτοί θεωρούνται παρακατιανοί. Το θρησκευτικό ρεύμα του Καλβινισμού αρχίζει να εισάγει στην Ευρώπη την αξία της εργασίας ως ηθικής αρετής. Η αφοσίωση στην εργασία, ήταν γι αυτούς προσήλωση στο Θεό, ανάπτυξη της κλίσης με την έννοια του χαρίσματος. Οι έμποροι μέσα από αυτή την οπτική ήταν θεοσεβούμενοι και όχι αθεόφοβοι.
Ο καλβινισμός ενθάρρυνε την ανάπτυξη του εμπορίου, την επιδίωξη του πλούτου και την ηθική νομιμοποίηση του επιχειρηματικού πνεύματος. Οι εμπορικές σχέσεις ολοένα και δυναμώνουν καθώς οι εξερευνητές του πλανήτη βρίσκουν νέους τόπους, τα βασίλεια δημιουργούν αποικίες και συναλλάσουν εμπορεύματα με αυτές.
Έτσι οι πολιτικές φιλοσοφίες μετατοπίζουν την δύναμη των κρατών στο οικονομικό επίπεδο. Από τα κράτη-στρατούς περνάμε στην εποχή των κρατών-εμπόρων.  Μέσα σε αυτές τις συνθήκες και πάνω στις σκέψεις φιλοσόφων όπως ο Λόκ, ο Μπένθαμ και ο Κάντ, ένας Σκωτζέζος οικονομολόγος εκδίδει το 1776 «Μια έρευνα της φύσης και των αιτιών του πλούτου των εθνών». Πρόκειται για τον Άνταμ Σμίθ (1723-1790). Εκεί ο Σμίθ ισχυρίζεται, ότι μέσα από τους εμπορικούς δεσμούς που διαπλέκονται ανάμεσα στις διάφορες χώρες μπορεί η κοινωνίες να γίνουν περισσότερο ειρηνικές και ελεύθερες. Αποδέχεται την ανθρώπινη απληστία και το κίνητρο του ατομικού συμφέροντος, αλλά πιστεύει ότι έχει όρια, οπότε αναγκάζει τους ανθρώπους να συνεργαστούν, αν επωφελούνται αμοιβαία. Μετατοπίζει τις ιδέες του
Hobbes από τα κράτη στα άτομα και μελετάει την οικονομία στην αυγή των πρώτων καπιταλιστικών μεταβάσεων. Θέτει τις βάσεις για την λογική του ελεύθερου εμπορίου που αυτορυθμίζεται από "ένα αόρατο χέρι"  των μαθηματικών νόμων της προσφοράς και της ζήτησης. Ο Πλούτος που παράγεται έτσι από την συνολική παραγωγή του κάθε κράτους διαχέεται και μοιράζεται πάλι πίσω στη κοινωνία. Θεωρεί το κράτος ως έναν θεσμό που θέτει κανόνες και πιστεύει ότι πρέπει να σέβονται τις διακρατικές συμφωνίες στη βάση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων (βέβαια να επισημανθεί ότι  δικαιώματα τέτοια είχαν μόνο οι Ευρωπαίοι τότε, μιας και οι κάτοικοι των αποικιών δεν θεωρούνταν καν άνθρωποι ακόμα).
Έτσι ο Ανταμ Σμίθ θεωρείται ο βασικός θεμελιωτής μιας δεύτερης βασικής πολιτικής φιλοσοφίας. Αυτής του Φιλελευθερισμού.     

  Οι φιλοσοφία του Φιλελευθερισμού, λοιπόν αναπτύσσεται και επικρατεί σε όλο και περισσότερες χώρες. Οι πόλεμοι πράγματι μειώνονται από τις εμπορικές αλληλεξαρτήσεις των λαών, αλλά οι οικονομολόγοι της εποχής  (όπως και σήμερα σε μεγάλο βαθμό) έχουν να αντιμετωπίσουν νέα προβλήματα ερευνώντας τις πήγες του πλούτου. Μεγάλοι οικονομολόγοι των αρχών του 19ου αιώνα δεν μπορούν να κατανοήσουν γιατί συμβαίνουν οικονομικές υφέσεις και κρίσεις, προσπαθούν να καταλάβουν πως τιμούνται τα αγαθά, πώς καθορίζεται η αξία τους και πώς προκύπτει το κέρδος.
Τέλος γιατί δημιουργούνται μονοπώλια σε συνθήκες ανεπτυγμένου καπιταλισμού. Μεγάλοι οικονομικοί αναλυτές της εποχής εκείνης θεωρούνται ο Μάλθους, ο Ρικάρντο, Ο Ροντμερτους κ.α.
Τότε έρχεται να τους αμφισβητήσει με το έργο του ο Γερμανός φιλόσοφος και οικονομολόγος
Karl Marx (1818-1883) που μαζί με τον Friedrich Engels (1820-1895) και το εμβληματικό τους έργο το κεφάλαιο, κάνουν μια ιδιαίτερα βαθιά και επιδραστική ανάλυση στην οικονομία και την κοινωνία.
Σέβονται τις ιδέες και του Ανταμ Σμίθ και τις επεκτείνουν κριτικάροντάς 'τες όμως σφοδρά και ιδιαίτερα τα βάζουν με όλους αυτούς τους οικονομικούς αναλυτές της εποχής τους. Ο τρόπς που το κάνουν και η επιστημονική μέθοδος, μπορεί να συγκριθεί κατά τη γνώμη μου άνετα με την αμφισβήτηση των νόμων του Νεύτωνα από τον Αϊνστάϊν στη φυσική.
Παρατηρούν ότι τίποτα δεν έχει αξία, αν πρώτα δεν μπει ανθρώπινη εργασία σε κάτι ώστ ενα αποκτήσει χρησιμότητα και να μπορεί να ανταλλαχθεί. Πρέπει να μπεί ανθρώπινη εργασία για να μαζευτούν τα φρούτα, να οργωθεί ένα χέρσο έδαφος, να κατεργαστεί το δέρμα ενός ζώου. Να αποκτήσει κάτι δηλαδή αξία χρήσης (χρησιμότητα), ώστε να μπορεί να ανταλλαχθεί έπειτα με κάτι άλλο, να έχει δηλαδή ανταλλακτική αξία. Με τέτοιους ορισμούς φτάνουν στο συμπέρασμα ότι η αξία ενός αγαθού ενσωματώνεται μέσω της εργασίας των ανθρώπων και των εργαλείων που εφευρίσκει ο άνθρωπος για να παραχθεί ένα αγαθό. Σε αυτή τη διαδικασία (ή προσές) αυτός που κατέχει τα εργαλεία παραγωγής, τα μέσα με τα οποία παράγεται το αγαθό, έχει τη δυνατότητα να πληρώνει λιγότερο σε σχέση με αυτό που παράγεται ή να αυξάνει τα ωράρια, ώστε αυτό που παράγεται να είναι πάνω από το αναγκαίο, κλέβοντας ουσιαστικά την περισσευούμενη παρεχόμενη εργασία.
Έτσι σε κάθε κύκλο επανεπένδυσης κεφαλαίου, κλέβεται συνεχώς επιπλέον εργασία, την οποία ονομάζει υπερεργασία, από όπου προκύπτει μια υπεραξία για τον εργοδότη. Οι διάφοροι μικροέμποροι, ουσιαστικά λειτουργούν σαν αντιπρόσωποι των παραγωγών, κλέβοντας κι αυτοί με τη σειρά τους ένα μέρος της αρχικής υπεραξίας.
Οι κοινωνικές συνέπειες αυτής της διεργασίας, είναι σε βάθος χρόνου να υπάρχει μια συγκέντρωση μεταφοράς πλούτου σε όλο και λιγότερους οργανισμούς, οδηγώντας σε μονοπώλια, που μόνο με κρατικές παρεμβάσεις μπορούν να σπάσουν.
Αυτό που προτείνουν τελικά, είναι τα μέσα παραγωγής αντί να ανήκουν σε κάποιον εργοδότη, να ανήκουν συλλογικά στους εργαζόμενους, σε ένα τεράστιο οικοσύστημα συνεταιρισμών αγροτικών και βιομηχανικών, υπό την εποπτεία και τη διαχείριση του κράτους, ώστε ο συνολικός πλούτος του έθνους να μοιράζεται και να μένει στους ίδιους τους παραγωγούς.
Η φιλοσοφική αυτή σχολή σκέψης είναι ο Μαρξισμός.

Οι τρεις αυτές βασικές πολιτικές φιλοσοφίες, αναμίχθηκαν, εμπλουτίστηκαν, εξελίχθηκαν και σήμερα μιλάμε για νεορεαλισμό, νεοφιλελευθερισμό και νεομαρξισμό.
Όμως μπορείτε να διακρίνεται στις ρίζες τα πολιτικά προτάγματα των  σύγχρονων κομμάτων.
Κόμματα που πιστεύουν ότι η πατρίδα και η φύλαξη των συνόρων είναι πάνω απ' όλα, αυτά που πιστεύουν ότι οι αγορές πρέπει να αφήνονται ελεύθερες στο "αόρατο χέρι" της προσφοράς και της ζήτησης, αυτά που πιστεύουν ότι πρέπει να μπαίνει ένα φρένο στην ασυδοσία και την αναρχία τους με κρατικές παρεμβάσεις κι αυτά που πιστεύουν σε εργατικό έλεγχο κάθε παραγωγικής διαδικασίας.
Με αυτό κατά νου καλό είναι να μην λέμε ότι δεν υπάρχουν ιδεολογίες και να υιοθετούμε μια ισοπεδωτική λογική που μας μας απομακρύνει από την πολιτική και υπονομεύει την δημοκρατία.

Καρανικολόπουλος Σάκης 
08/05/2023
 

Παρασκευή 5 Μαΐου 2023

4. ΠΩΣ ΠΑΡΑΓΕΤΑΙ Η ΥΠΕΡΑΞΙΑ


 Μια έκφραση του συρμού στη πολιτική δημόσια σφαίρα πολλές φορές γίνεται με την αναφορά στο περιεχόμενό της ,με τη λέξη "Υπεραξία". Την ακούμε πολλές φορές με τη συνοδεία της λέξης "παραγωγή". Η υπεραξία παράγεται λοιπόν κατά κάποιο τρόπο αυτόματα σύμφωνα με αυτούς που την επικαλούνται, με κάποιο μαγικό τρόπο, απλά εστιάζοντας σε κάποιο τομέα παραγωγής προϊόντων ή υπηρεσιών και προωθώντας τον με τεχνικές marketing. Αρκεί λοιπόν να γίνει ένας τομέας mainstream, δημοφιλής και εμπορικά καταναλωτικός, ώστε να προσδώσει υπεραξία;

Τόσο μεγάλη απόκλιση στην ετυμολογία μιας λέξης δεν ξέρω πως προέκυψε. Η "Υπεραξία" είναι ένας Μαρξιστικός όρος με συγκεκριμένη διαδικασία εξαγωγής και συγκεκριμένο μαθηματικό τύπο. Βασίζεται στην αναγκαστική εκμετάλλευση του εργαζομένου από τον εργοδότη. Και είναι η πεμπτουσία της καπιταλιστικής αναπαραγωγής και του οικονομικού συστήματος που δρούμε και γινόμαστε γρανάζια του.
Ο Μαρξ, καταρχήν διαχωρίζει τον όρο "εργασία" και "εργατική δύναμη".
"Εργασία" είναι, ας πούμε, ο σωματικός και πνευματικός κόπος με σκοπό την δημιουργία συνθηκών ώστε να βελτιωθεί η ποιότητα ζωής. Είναι όμως ένας κόπος προσωπικός που πρωταρχικά προσβλέπει στην ατομική ανάγκη και επιπρόσθετα ικανοποιεί κοινωνικές ανάγκες.  Η "Εργατική δύναμη", πάλι, είναι εμπόρευμα. Είναι η πώληση της εργασίας (δηλαδή των ικανοτήτων μας)  σε κάποιον άλλο, με σκοπό την απόδοση κάποιας αποζημίωσης για τον κόπο μας.
Ο παραπάνω διαχωρισμός είναι ουσιαστικός, μιας και καθορίζει τις σχέσεις του οικονομικού συστήματος και της κοινωνίας. Προκαπιταλιστικά, η εργατική δύναμη, παρέχονταν δωρεάν και εξαναγκαστικά από σκλάβους. Ο Καπιταλισμός δημιούργησε τις σχέσεις της μισθωτής εργασίας που απαιτεί θεωρητικά ελεύθερους ανθρώπους, που είναι πρόθυμοι να πουλήσουν την εργατική τους δύναμη, σε αντάλλαγμα, με ένα μεροκάματο. Αυτές οι σχέσεις μισθωτής εργασίας καθορίζουν  το προσδοκώμενο επίπεδο ζωής, τον ελεύθερο χρόνο, τη δομή της οικογένειας, τη κοινωνική ζωή, ακόμα και τους κανόνες καλής συμπεριφοράς.
Είναι απαραίτητο επίσης να γνωρίζουμε τον όρο "μέσα παραγωγής". Τα εργαλεία δηλαδή με τα οποία μπορούμε να αξιοποιήσουμε τις ικανότητές μας, ώστε να παράγουμε "αξίες χρήσης". Πράγματα δηλαδή που είναι ωφέλιμα τους ανθρώπους. Μέσα παραγωγής μπορεί να χαρακτηριστούν κάθε λογιών μηχανές και εργαλεία, αγροτική γη, κτιριακές εγκαταστάσεις, αλλά και ανθρώπους.
Ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής απαιτεί οι άνθρωποι να είναι διαχωρισμένοι από τα μέσα παραγωγής, έτσι ώστε αν κάποιος δεν τα διαθέτει για να παράγει κάτι μόνος του, να αναγκάζεται να πουλάει το μόνο πράγμα που μπορεί. Το τομάρι του σε κάποιο αφεντικό που διαθέτει αυτά τα μέσα.
Το εμπόριο γενικά, διακατέχεται από μια ατέρμονη αλληλουχία Εμπορευμάτων. Μπορούμε να φτιάξουμε δυο πήλινα δοχεία πχ, επειδή γνωρίζουμε την τεχνική  κατασκευής τους και να τα ανταλλάξουμε με ένα καλάθι, επειδή κάποιος άλλος ξέρει να κατασκευάζει καλάθια. Επειδή όμως χρειαζόμαστε ένα κοινό εμπόρευμα για να μετράμε τα υπόλοιπα εμπορεύματα εφεύραμε το χρήμα.
Έτσι το χρήμα, είναι κι αυτό ένα εμπόρευμα, που κατασκευάζεται με σκοπό να είναι το μέσο ανταλλαγής για τα υπόλοιπα εμπορεύματα. Οπότε και η αλληλουχία του εμπορίου μπορεί να χαρτογραφηθεί σε ένα σχήμα που κάποιο Εμπόρευμα μετατρέπεται σε Χρήμα και το χρήμα μετατρέπεται σε ένα άλλο Εμπόρευμα κι αυτό γίνεται και πάλι χρήμα κλπ κλπ. Αν θέλουμε να το κάνουμε εικόνα είναι μια αλυσίδα (Ε)μπόρευμα-(Χ)ρήμα-(Ε)μπόρευμα-Χ-Ε-Χ-Ε....
Στην αλυσίδα "Ε-Χ-Ε-Χ-Ε...", μπορούμε εύκολα να ανακαλύψουμε κι ένα δεύτερο μοτίβο, που δεν έχει για άκρα του το  (Ε)μπόρευμα, αλλά το (Χ)ρήμα. Αν ξεκινήσουμε κάποια στιγμή την αλυσίδα από το (Χ)ρήμα, τότε θα έχουμε μια εικόνα της κάπως έτσι [Χ-Ε-Χ]-Ε-Χ-Ε...
Το πόσο αξίζει ένα εμπόρευμα, δεν έχει καμιά σχέση με τη τιμή του. Η τιμή του καθορίζεται από την προσφορά και την ζήτηση. Αλλά η τιμή ανεβαίνει και πέφτει γύρω από ένα σημείο ισορροπίας. Οι διακυμάνσεις των τιμών δεν είναι ικανές να εξηγήσουν την συσσώρευση χρήματος και την επένδυσή του ως κεφάλαιο για να παραχθεί κάτι. Από που προκύπτει λοιπόν το κέρδος και άρα αυτή η συσσώρευση κεφαλαίου που θα επενδυθεί και πάλι ως χρήμα για να παράγει εμπορεύματα;
Αυτό πραγματεύεται ο Μαρξ στο έργο του "Το κεφάλαιο" και καταλήγει στο ότι η κινητήρια δύναμη είναι η Υπεραξία, η οποία μάλιστα υποδιαιρείται σε Σχετική Υπεραξία και Απόλυτη Υπεραξία.
Για να φτάσουμε όμως στη μαθηματική σχέση που την εξηγεί, θα πρέπει να εξοικειωθούμε με κάποιους όρους. Σε αδρές γραμμές, μπορούμε να συνοψίσουμε την Μαρξιστική λογική ως εξής:
Έστω ότι θες να επενδύσεις 100€. Αυτά τα μοιράζεις έστω σε 20€ σε πρώτες ύλες για την παραγωγή του προϊόντος σου, 40€ σε μηχανήματα και υποδομές και 40€ σε μισθούς εργατών.
Οι πρώτες ύλες, τα μηχανήματα και οι υποδομές ορίζονται ως Σταθερό Κεφάλαιο. Από την οπτική του κεφαλαιοκράτη είναι μόνο έξοδα όσο δεν μεταποιούνται σε κάτι χρήσιμο. Σε ένα προϊόν που να έχει "αξία χρήσης". Να θέλει ο κόσμος να το αγοράσει. Και όσο ο χρόνος περνάει το σταθερό κεφάλαιο είναι μόνο ζημία για τον κεφαλαιοκράτη. Οι πρώτες ύλες θα χαλάσουν, Τα μηχανήματα όσο δουλεύουν παθαίνουν βλάβες και φθείρονται και τα κτίρια χρειάζονται συντήρηση. Οπότε όλα αυτά θα πρέπει να γίνουν προϊόν όσο πιο σύντομα γίνεται.
Οι εργαζόμενοι όμως έχουν μια ιδιομορφία. Κάθε μέρα αν φάνε και κοιμηθούν, μπορούν να αναπληρώσουν τις δυνάμεις τους και να στρωθούν ξανά στη παραγωγή. Οι εργαζόμενοι αποτελούν το Μεταβλητό Κεφάλαιο. Μεταβλητό γιατί ο κεφαλαιοκράτης, μπορεί να προκαταβάλει τον μισθό τους (άσχετα, αν ο εργαζόμενος τον παίρνει στο τέλος του μήνα, ο εργοδότης  τον έχει υπολογίσει πριν του τον δώσει, όπως και τους φόρους του στο κράτος). Οι ανάγκες των εργαζομένων, έχουν ένα κάτω όριο επιβίωσης. Δηλαδή έναν μίνιμουμ μισθό που να παρέχει τα βασικά ήδη για να υπάρχουν εργαζόμενοι στα όρια της πείνας. Αν ένας εργαζόμενος παρέχει εργασία που η αξία της υπερβαίνει αυτό το μίνιμουμ, τότε η επιπλέον εργασία, περνάει σε περισσότερη παραγωγή, άρα προσθέτει αξία στα προϊόντα που παράγονται . Είναι δωρεάν επιπλέον εργασία που εξαναγκάζεται ο μισθωτός να παρέχει ώστε να έχει έστω τον ελάχιστο και αναγκαίο μισθό και την επιπλέον αξία που προκύπτει την καρπώνεται ο εργοδότης.

Έτσι το μοτίβο που περιγράφτηκε προηγουμένως Χ-Ε-Χ θα πρέπει να μετατραπεί σε Χ-Ε-ΔΧ. Οπου ΔΧ=η διαφορά χρήματος που προκύπτει απο την διαδικασία παραγωγής και πώλησης ενός προϊόντος. Αυτό το ΔΧ είναι η υπεραξία. Όχι το κέρδος. Αν και από μόνη της η υπεραξία δεν έχει κάποιο ιδιαίτερο νόημα, επειδή είναι ένα μεταβλητό μέγεθος μέσα σε μια διαδικασία ανταλλαγής που είναι κοινωνικό φαινόμενο. Έχει νόημα όμως το ποσοστό της υπεραξίας, που είναι παράλληλα και ο δείκτης εκμετάλλευσης του εργαζομένου. Το συνολικό κεφάλαιο (ας το συμβολίσουμε με το Κ, είναι το άθροισμα του σταθερού (σ) και του μεταβλητού (μ) κεφαλαίου. Δηλαδή Κ= σ+μ.
Το μεταβλητό κεφάλαιο είναι ο μόνος παράγοντας που μπορεί να παρέχει υπεραξία. Αν ένα κεφάλαιο θέλει να αξιοποιηθεί παραγωγικά θα πρέπει το αρχικό Κ να μετατραπεί σε Κ συν κάτι άλλο. Η συνολική υπεραξία που παράγει ο κάθε μεμονωμένος εργαζόμενος στη κοινωνική διαδικασία δίνει ένα νέο κεφάλαιο, μεγαλύτερο από το προηγούμενο. Ας το συμβολίσουμε Κ' (κάπα με τόνο).
Θα πρέπει δηλαδή με κάποιο τρόπο το Κ να μετατραπεί σε Κ'.
Η αξία του σταθερού κεφαλαίου (σ), μετατρέπεται στο σύνολό της και απορροφάται στα προϊόντα που θα παραχθούν. Κάθε πρώτη ύλη, κάθε ζημιά στα μηχανήματα, κάθε επισκευή στα κτίρια, τελικά  είναι αξίες που θα ενσωματωθούν όλες στο τελικό προϊόν και θα πρέπει να τις πληρώσει ο καταναλωτής.
Στο μεταβλητό κεφάλαιο όμως έχουμε την παραγωγή υπεραξίας. ο Εργοδότης μπορεί να αυξήσει τις ώρες εργασίας (άρα να παράγει περισσότερα προϊόντα απ' ότι οι ανταγωνιστές του ή να μην πληρώσει τον μισθό που θα έπρεπε και να συμφωνήσει σε χαμηλότερο με τον εργαζόμενο.
Η σχέση λοιπόν του συνολικού κεφαλαίου με την εισαγωγή στην εξίσωση και της μέσης υπεραξίας (υ) θα πρέπει να γραφτεί Κ=(σ+μ)+υ=Κ' για να υπάρξει σίγουρη κερδοφορία από την πώληση του προϊόντος.
Αν πλήρωνε ο κεφαλαιοκράτης και το σύνολο της αξίας που δίνει σε μισθούς στους εργαζόμενους, τότε η παραπάνω σχέση δεν θα είχε καθόλου υπεραξία και το σύνολο της αξίας που απορροφήθηκε θα ήταν και το κόστος του τελικού προϊόντος . Δηλαδή θα ήταν Κ=Κ'. Δεν θα υπήρχε δηλαδή καθόλου κερδοφορία.
Αυτό που ανακαλύπτει εδώ ο Μαρξ, είναι ότι η σχέση της υπεραξίας προς το μεταβλητό κεφάλαιο, είναι η ίδια με τη σχέση της υπερεργασίας προς την αναγκαία εργασία.
υ/μ= υπερεργασία/αναγκαία_εργασία.
Το ποσοστό της υπεραξίας έτσι γίνεται ακριβής έκφραση για τον βαθμό εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης από το κεφάλαιο, δηλαδή του εργαζομένου από τον εργοδότη.
Σε όλο αυτό το οποίο περιγράφεται εδώ πολύ επιφανειακά και στρογγυλεμένα, υπάρχει μια ένσταση από τους σύγχρονους οικονομολόγους, στο ότι πλέον δεν υπάρχουν τα εργοστάσια που υπήρχαν την εποχή του Μαρξ και η παραγωγική διαδικασία έχει ατονήσει λόγω της τεχνολογίας πλέον, με αποτέλεσμα να μιλάμε για βιομηχανία υπηρεσιών περισσότερο. Το αριστούργημα είναι ότι ο Μαρξ κατατροπώνει το ίδιο εύκολα τους σύγχρονους αμφισβητίες του, με μια απλή φράση:
"Οι υπηρεσίες είναι κι αυτές μια παραγωγική διαδικασία. Η μόνη διαφορά είναι ότι δεν μεσολαβεί η διαδικασία παραγωγής ενός εμπορεύματος. Το προϊόν απλά καταναλώνεται την ίδια στιγμή που παράγεται".  

Καρανικολόπουλος Σάκης 
05/05/2023